σουζουλτίζω
(ρ.)
σουσουλτίζω
[susulˈtizo]
Μισθ.
Αόρ., Εν., γ΄
σϋζΰλ’σεν
[syˈzylsen]
Τελμ.
Από τον αόρ. το süzüldü του τουρκ. ρ. το süzülmek = αμτβ., σουρώνω.