ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σημαδεύω ( ρ. ) σεμαδεύω [sema'ðevo] Ανακ., Μαλακ., Σίλατ., Σινασσ., Φάρασ., Φκόσ., Φλογ. σεμαdεύω [sema'devo] Αραβαν., Φερτάκ. σεμαδεύου [sema'ðevu] Μαλακ. σεμαεύγου [sema'evɣu] Μισθ. σεμαγεύω [semaˈʝevo] Αξ. σ̑ημαρεύου [ʃimaˈrevu] Σίλ. σεμαρεύω [semaˈrevo] Γούρδ. Εν., γ΄ σεμαδέφ [sema'ðef] Μαλακ. Αόρ. σεμάδεψα [seˈmaðepsa] Αραβαν., Μαλακ., Φλογ. σημάεψα [siˈmaepsa] Σεμέντρ. Παθ. σεμαδεύουμαι [sema'ðevume] Φάρασ. σεμαδεύουμι [sema'ðevumi] Μαλακ. σεμαεύουμαι [sema'evume] Τσαρικ. σεμαγεύουμαι [semaˈʝevume] Αξ. σεμαdεύουμαι [sema'devume] Αραβαν. σεμαϊζιέμαι [semaiˈzʝeme] Μισθ. Παρατατ., Παθ. σεμαγευότονμαι [semaʝeˈvotonme] Αξ. Αόρ. σεμαδεύτα [sema'ðefta] Αξ., Μαλακ., Τσουχούρ., Φάρασ., Φλογ. σεμαγεύτα [semaˈʝefta] Αξ. σεμαεύτα [sema'efta] Μισθ., Μπέηκ. Μτχ. σημαγμένο [simaɣˈmeno] Αξ. σεμαδεμένος [semaðeˈmenos] Σινασσ., Φάρασ. σεμαδιμένους [semaðiˈmenus] Φάρασ. σεμαdεμένο [semadeˈmeno] Φερτάκ. σεδεμένο [seðeˈmeno] Φάρασ. σεμαρεμένο [semareˈmeno] Γούρδ. σεμαεμένο [semaeˈmeno] Τσαρικ. σεμα'ιμένο [semaʝˈmeno] Αξ. σεμα'ιμένου [semaiˈmenu] Μισθ. Ουδ., Εν., Γεν. σεμαδεμενιού [semaðemeˈɲu] Φλογ. ...
σημάδι (ουσ. ουδ.) σημάδι [siˈmaði] Αφσάρ., Σινασσ., Φάρασ. σημάδ' [siˈmað] Μισθ. σ̑ημάρι [ʃiˈmari] Σίλ. σ̑ημάρ' [ʃiˈmar] Αραβαν. σεμάδι [seˈmaði] Ανακ., Φάρασ. σεμάδ' [seˈmað] Ανακ., Δίλ., Μαλακ., Σινασσ., Φλογ. σεμάγι [seˈmaʝi] Αξ. σεμάι [seˈmai] Δίλ., Μισθ., Τροχ. Από το μεταγν. ουσ. σημάδιον.
1. Σημάδι ιδιοκτησίας ζώου ό.π.τ. : Σεμάι βάλλισκαμ' στα πρόγαdα (Βάζαμε σημάδι στα πρόβατα) Μισθ. -ΙΛΝΕ 887 Φκιάισκαμ' σεμάδ', κόφτισ̑καμ' τα ωτιά τ'νε (Φτιάχναμε αναγνωριστικό σημάδι, κόβαμε τα αφτιά τους) Φλογ. -ΙΛΝΕ 812
2. Σημάδι αρραβώνα Ανακ., Αραβαν., Αφσάρ., Μισθ., Σινασσ., Φάρασ. : Τράνα, χατούμανα, εμείς απόψα θα δώκωμ' ένα σεμάδ' στην Ελένη (Κοίτα, κυρά, εμείς απόψε θα δώσουμε ένα σημάδι αρραβώνα στην Ελένη) Σινασσ. -Λεύκωμα Συνών. νισάνι
3. Ίχνος, ένδειξη Σινασσ., Φάρασ. : Tζας μα ιδώ σα χέρε του του καρφού το σημάδι τζαι σάμου θέκω το δαχτύλι μου σου καρφού τον τόπα, τζ̑ο πιστεύω (Ώσπου να δω στα χέρια του το σημάδια των καρφιών, και ώσπου να βάλω το δάχτυλό μου στο σημείο των καρφιών, δεν πιστεύω) Φάρασ. -Lag.
4. Σκοποβολή Φάρασ.
5. Σημείο μαντικό, οιωνός Μαλακ., Σίλ. : Καλό σημάρι ρε φέρνει (Καλό σημάδι δεν φέρνει, ενν. το λάλημα του πετεινού) Σίλ. -Κωστ.Σ. Συνών. ισαράτι, μανές, νισάνι :3
6. Ξύλινο κοντάρι με το οπ. διαχωρίζονται τα σιτηρά από το άχυρο Ανακ., Δίλ., Μαλακ. Συνών. τσερέγκ :1