ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σερντώ (ρ.) σερντού [serˈdu] Ουλαγ. Προστ., Γεν. σέρντα [ˈserdα] Ουλαγ. Από τον αόρ. serdi του τουρκ. ρ. sermek = απλώνω, με παραγωγ.επίθμ. .
Απλώνω κάτι στο έδαφος ό.π.τ. : Σέρντα ντα χαλιά (άπλωσε τα χαλιά) Ουλαγ. -Dawk.