ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σέτι (ουσ. ουδ.) σέτι [ˈseti] Σινασσ. σέτ' [set] Μαλακ. Νεότ. ουσ. σέτι = α) υπερυψωμένο μέρος ενός κτιρίου ή κήπου β) χτιστό πεζούλι έξω από την πόρτα γ) πάτωμα (Mackridge 2021: 234), το οπ. από το τουρκ. set (< αραβ. sedd) = ανάχωμα.
1. Ανάχωμα ό.π.τ. Συνών. αναβολή :1, μόλος :1, μπαγίρι
2. Βάθρο ό.π.τ.