ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σπερνός (ουσ. αρσ.) σπερνός [sperˈnos] Μαλακ. Aπό ουσιαστικοπ. του μεταγν. επίθ. ἑσπερινός. Ο τύπ. σπερνός μεσν.
Εσπερινός Μαλακ.