ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

χειλέρι (ουσ.) σ̑'λέρ' [ˈʃler] Φερτάκ. Από το μεταγν. ή μεσν. ουσ. χειλάριον, υποκορ. του χεῖλος, με αποβολή του άτονου [i] και -έρι αναλογ. προς άλλα ουδ. σε -έρι.
Χείλι