χουζούρι
(ουσ. ουδ.)
χουζούρι
[xuˈzuri]
Φάρασ.
χουζούρ'
[xuˈzur]
Αξ., Μαλακ.
Από το νεότ. ουσ. χουζούρι (Λεξ. Σομ.), το οπ. από το τουρκ. huzur = α) ηρεμία, παρουσία β) ως επίρρ., ενώπιον.
1. Άνεση, ησυχία, βολή
ό.π.τ.
:
Στέρου φά' με μο το χουζούρι σου
(έπειτα με τρως με την ησυχία σου· )
Φάρασ.
-Παπαδ.