άλλα-λίγο
(επίρρ.)
άλλα λίου
[ˈala ˈliu]
Μισθ.
άλλιγο
[ˈaliɣo]
Φλογ.
αλλίγου
[aˈliɣu]
Μαλακ.
Από την φρ. άλλο λίγο.
1. Λίγο ακόμα
ό.π.τ.
:
Άλλιγο έρκεντε
(Λίγο νωρίτερα)
Φλογ.
-ΚΕΕΛ 1361
Άλλα λίου ομbρό
(Λίγο πρωτύτερα)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ