ναματερή
(ουσ. ουδ.)
ναματερή
[namateˈri]
Ανακ.
Aπό το ουσ. νάμα (θ. νάματ-) και το παραγωγ. επίθμ. -ερή, πβ. αλατερή, χωματερή. Πβ. ποντ. ναματερόν με την ίδια σημ.
Δοχείο για το νάμα