καρανλαντώ
(ρ.)
Εν., γ΄
γκαραν-ναdά
[garannaˈda]
Ουλαγ.
Από το τουρκ. ρ. karalanmak = α) γίνομαι μαύρος β) λερώνομαι.
Απρόσ., σκοτεινιάζει.
Πβ.
καρανλίχι