γιαγκίνι
(ουσ. ουδ.)
γιανgίνι
[ʝaŋˈɟini]
Φάρασ.
γιανgίν̑ι
[ʝaŋˈɟiɲi]
Σίλ.
γιανgίν'
[ʝaŋˈɟin]
Φλογ.
γιαγίνι
[ʝaˈʝini]
Φάρασ.
Πληθ.
γιανγίνε
[ʝanˈʝine]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. yangın = φωτιά.
1. Φωτιά, κάψιμο
ό.π.τ.
:
Φάημα έκαψιν τα, μυρίζει γιανgίν̑ι
(Το φαΐ το έκαψε, μυρίζει καμένο)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ6
Συνών.
εστία, λούλα, φωτιά
2. Πυρκαγιά
ό.π.τ.
:
Γιανgι̂́ν’ δεν ξέρισκαμ’ σε πατρίδα
(Πυρκαγιά δεν γνωρίσαμε στην πατρίδα)
Φλογ.
-ΚΜΣ-ΚΠ191
3. Ξηρασία
Φάρασ.
:
Μέγον και μιτσίκκον γιανγίνε
(Η μεγάλη και η μικρή ξηρασία)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Συνών.
ξεραΐλα, ξερασάδα, ξερασιά
β.
Σιτοδεία λόγω ξηρασίας
Φάρασ.