ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

εσύ ( αντων. ) εσύ [eˈsi] Γούρδ., Σινασσ., Τζαλ., Φάρασ., Φερτάκ. εσ̑ύ [eˈʃi] Αξ., Αραβαν., Ποτάμ. ισ̑ύ [iˈʃi] Μαλακ., Μισθ., Ουλαγ., Σεμέντρ., Σίλ., Τσαρικ., Φλογ. συ [si] Αφσάρ., Σατ., Φάρασ. σ̑υ [ʃi] Σεμέντρ., Σίλ. εσ̑ύνα [eˈʃina] Ανακ., Ποτάμ., Σίλατ. ισύνα [iˈsina] Ουλαγ., Σεμέντρ., Τσαρικ. ισ̑ύνα [iˈʃina] Μαλακ., Μισθ., Τσαρικ., Φλογ. Γεν. σου [su] Σίλ., Φάρασ. σ' [s] Ουλαγ., Σίλ., Φάρασ. ζ' [z] Σίλ. Αιτ. εσένα [eˈsena] Αξ., Αραβαν., Ουλαγ., Σινασσ., Τελμ., Φάρασ., Φερτάκ. ισένα [iˈsena] Μισθ., Σατ. εσέ [eˈse] Αξ., Αραβαν., κ.α. εσέν [eˈsen] Σινασσ. σένα [ˈsena] Μαλακ., Ουλαγ., Σίλ., Τσουχούρ., Φάρασ. σεν [sen] Σατ. σε [se] Αξ., Σατ., Σίλ., Φάρασ., Φερτάκ. σι [si] Αφσάρ., Κίσκ., Μισθ., Τσουχούρ. σου [su] Σίλ. Πληθ. εσείς [eˈsis] Γούρδ., Σινασσ., Τελμ., Φάρασ. εσ̑είς [eˈʃis] Καππ., Σίλ. ισ̑είς [iˈʃis] Μαλακ., Ουλαγ., Φλογ. εσείτ [eˈsit] Μισθ., Φερτάκ. εσ̑είτ [eˈʃit] Αραβαν., Γούρδ., Ποτάμ., Φερτάκ., Φλογ. ισ̑είτ [iˈʃit] Μισθ., Ουλαγ. 'σείς [sis] Αφσάρ., Σίλ., Φάρασ. 'σ̑είς [ʃis] Σίλ. Αιτ. εσάς [eˈsas] Καππ., Φάρασ. ουσάς [uˈsas] Καππ., Φάρασ. σας [sas] Καππ., Σίλ., Φάρασ. σες [ses] Φάρασ. ...
ετέκι (ουσ. ουδ.) ετέκι [eˈteci] Φλογ. Πληθ. ετέκια [eˈteca] Μαλακ., Σινασσ., Φλογ. ετεgιά [eteˈɟa] Φλογ. Από το τουρκ. ουσ. etek = α) φούστα β) πρόποδες βουνού.
1. Ποδιά ό.π.τ. : Ετό σο ετέκι τ' τα είχεν τα κουτσούδια, κονών' τα σο θύρα ομbρό (Αυτός αδειάζει τα πετραδάκια που είχε στην ποδιά του μπροστά στην πόρτα) Φλογ. -ΚΕΕΛ 1361 Τα παιδιά γιομώσανε τα ετεgιά τ'νε στάχτ’ (Τα παιδιά γέμισαν τις ποδιές τους με στάχτη) Φλογ. -Dawk. Συνών. ιγκλίκι, ντιζλίκα, μπροστέλα, πεσκίρι, ποδιά
2. Πρόποδες Μαλακ., Σινασσ., Φλογ.