ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

πηγαδόχειλο (ουσ. ουδ.) πεγαϊδόσ̑ειλο [peɣaiˈðoʃilo] Μαλακ. Από τα ουσ. πηγάδι, όπου και τύπ. πεγάιδι, και χείλος.
Ρείθρο της πηγής ή βρύσης Μαλακ. : || Ασμ. Κι εκεί στο πεγαϊδόσ̑ειλο ένα δεντρί φυλλώνει (Κι εκεί στην άκρη της πηγής ένα δέντρο φουντώνει) Μαλακ. -ΚΜΣ-ΚΠ177
πηγαίνω ( ρ. ) πηγαίνω [piˈʝeno] Σίλατ. πηγαίνου [piˈʝenu] Σίλ. παγαίνω [paˈʝeno] Ανακ., Ποτάμ., Σίλατ., Σινασσ., Φάρασ. παγαίνου [paˈʝenu] Σίλ. παγαίν-νου [paˈʝennu] Σίλ. πεγαίνου [peˈʝenu] Σίλ. πεγαίν-νου [peˈʝennu] Σίλ. πεïαίνου [peiˈenu] Σίλ. πηαίνου [piˈenu] Σίλ. πααίνω [paˈeno] Ανακ., Φάρασ. πααίνου [paˈenu] Αφσάρ., Κίσκ., Μισθ., Σίλ., Τσουχούρ. πεαίνου [peˈenu] Σίλ. παίνω [ˈpeno] Αξ., Αραβαν., Αραβ., Γούρδ., Μισθ., Ουλαγ., Σίλατ., Τελμ., Φάρασ., Φερτάκ., Φλογ. παίνου [ˈpenu] Μαλακ., Μισθ. παινίσ̑κω [peˈniʃko] Αραβαν. υπάγω [iˈpaɣo] Φάρασ. πάγω [ˈpaɣo] Φάρασ. υπάω [ˈipao] Φκόσ. πάω [ˈpao] Ανακ., Αξ., Μισθ. Παρατατ. πήινα [ˈpiina] Σίλ. παγαίνισκα [paˈʝeniska] Σινασσ. παγαίνισ̑κα [paˈʝeniʃka] Ποτάμ. πααίνισ̑κα [paˈeniʃka] Ανακ. παγαινόνdισκα [paʝeˈnondiska] Σίλ. πεγαιν̑-ν̑ινόντζ̑ισκα [peʝeɲ:iˈnondʒiska] Σίλ. πεγαιν-νόντζ̑ισκα [peʝenˈnondʒiska] Σίλ. παγαίνκα [paˈʝeŋka] Αφσάρ., Φάρασ. παγάισ̑κα [paˈɣaiʃka] Ανακ. πααίνκα [paˈeŋka] Αφσάρ., Φάρασ. πάνκα [ˈpaŋka] Φάρασ. bάνκα [ˈbaŋka] Φάρασ. παίνισκα [ˈpeniska] Γούρδ., Μαλακ., Μισθ., Σεμέντρ., Φερτάκ., Φλογ. παίνισ̑γκα [ˈpeniʃga] Ουλαγ., Φερτάκ. bαίνισ̑κα [ˈbeniʃka] Μισθ. bαίνισ̑κα [ˈbeniʃka] Μισθ. παίνιξα [ˈpeniksa] Μαλακ., Μισθ. παίνιψα [ˈpenipsa] Μισθ. παίν'σκα [ˈpenska] Μαλακ. παίσ̑κα [ˈpeʃka] Αξ., Μπέηκ. έπαισ̑κα [ˈepeʃka] Αξ. πήγανα [ˈpiɣana] Ποτάμ. παίνια [ˈpeɲa] Μαλακ. πηάξα [piˈaksa] Μισθ. Αόρ. πήγα [ˈpiɣa] Αφσάρ., Καππ., Κίσκ., Σίλ., Τσουχούρ., Φάρασ. επήγα [eˈpiɣa] Μπέηκ., Τελμ. χ̑πήγα [çˈpiɣa] Αξ. πήα [ˈpia] Ανακ., Αξ., Αφσάρ., Κίσκ., Μισθ., Ουλαγ., Σίλ., Τσαρικ., Τσουχούρ., Φάρασ. πηάγα [piˈaɣa] Κίσκ., Σατ., Φάρασ. Εν., γ΄ πήνι [ˈpini] Αφσάρ., Τσουχούρ. πη [pi] Τσουχούρ. Υποτ. πάγω [ˈpaɣo] Καππ., Φάρασ. πάω [ˈpao] Καππ., Φάρασ. bάω [ˈbao] Φλογ. πάγου [ˈpaɣu] Μισθ. πάου [ˈpau] Μισθ., Σίλ., Τσουχούρ. πέγω [ˈpeɣo] Τελμ. πέω [ˈpeo] Φλογ. υπάγω [iˈpaɣo] Αραβαν., Γούρδ., Φάρασ., Φερτάκ. υπάγου [iˈpaɣu] Σίλ., Τσουχούρ. γυπάγου [ʝiˈpaɣu] Σίλ. υπάου [iˈpau] Αφσάρ. Προστ., Εν. πήγαινε [ˈpiʝene] Ποτάμ. Πληθ. πηγατε [piˈʝenete] Ποτάμ. Αόρ. πάτε [ˈpate] Καππ. ...