αχταρντίζω
(ρ.)
αχταρντίζω
[axtarˈdizo]
Φάρασ.
αχταρντώ
[axtarˈdo]
Σίλ.
αχνταρντώ
[axdarˈdo]
Αφσάρ., Σινασσ., Τσουχούρ.
Από το τουρκ. ρ. aktarmak (αόρ. aktardı), όπου και διαλεκτ. τύπ. ahtarmak = α) αναποδογυρίζω β) μεταφέρω γ) οργώνω δ) ρίχνω κάτω δ) διαλεκτ., ρίχνω τα στάχυα κατά το αλώνισμα, και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω.
1. Ανακατεύω, κυρ. τα στάχυα στο αλώνι
ό.π.τ.
Συνών.
ανακατώνω, αναταράζω, καριστιρντίζω, κλωθαρίζω, κλουφατουρντίζω