γαζούχ
(ουσ. ουδ.)
γαζούχ
[ɣaˈzux]
Μισθ., Σινασσ.
γιαζι̂́χ'
[ʝaˈzɯx]
Μισθ.
Από το τουρκ. ουσ. kazık, όπου και διαλεκτ. τύπ. kazuk = α) πάσσαλος β) μτφ., δυσκολία.
1. Πάσσαλος, παλούκι
ό.π.τ.
:
Παππού, έχου τσ̑ι ντασ̑άχια, έχου τσ̑ι γιαζι̂́χ' απ'κάτ'
(Παππού, έχω και αρχίδια, έχω και παλούκι από κάτω)
Μισθ.
-ΙΛΝΕ 887
Συνών.
πάλος, πασσάλι
β.
Ειδικότ., ο πάσσαλος στον αργαλειό για το διάσιμο του στημονιού
Μισθ.