χαμλαντίζω
(ρ.)
χαμλατίζω
[xamlaˈtizo]
Φάρασ.
χαμαλαΐζου
[xamala'izu]
Μισθ.
χαμλατώου
[xamla'tou]
Φάρασ.
χαμναdώ
[hamna'do]
Ανακ.
Αόρ.
χαμλάτ'σα
[xam'latsa]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ρ. hamlamak = γίνομαι μαλθακός λόγω έλλειψης εξάσκησης.
1. Ξεμουδιάζω, συνηθίζω σιγά σιγά το ζώο στην δουλειά ύστερα από ξεκούραση
:
Λίου, λίου, ν' απλώσ'νι, χαμαλάιζαν', αν νιότουν να βγουμ' νάνοιξ'
(Λίγο λίγο, να ξεμουδιάσουν, τα βγάζαμε στο χαμι, αν ήταν βγούμε την άνοιξη)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Πβ.
χαμ, χαμί
2. Έίμαι αγύμναστος, χανω την φόρμα μου
Φάρασ.