ατσελές
(ουσ. αρσ.)
ατσ̑ελές
[atʃeˈles]
Φάρασ.
ατζελέ
[adzeˈle]
Σίλ.
Πληθ.
ατσ̑ελίδια
[atʃeˈliðʝa]
Μαλακ.
Από το τουρκ. ουσ. acele = βιασύνη.