χαράμι
(ουσ. ουδ.)
χαράμι
[xaˈrami]
Φάρασ.
χαράμ'
[xaˈram]
Μαλακ., Μισθ., Σινασσ.
Από το νεότ. επίρρ. χαράμι, το οπ. από το τουρκ. επίθ. haram = απαγορευμένος.
1. Ως επίρρ., χαρακτηρισμός για κάτι που γίνεται ανώφελα, χωρίς κέρδος, άδικα
ό.π.τ.
:
Πήι χαράμ'
(Πήγε χαμένος)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ
|| Φρ.
Τρώγω χαράμια
(Τρώω άδικα˙Γίνομαι άδικος)
Μαλακ.
-Τζιούτζ.
Συνών.
ατιέ, βερεσέ :1, γαράλτσα, μποσουνά, τζάμπα :2
2. Επίθ., απλήρωτος
Φάρασ.
:
|| Παροιμ.
Το χαράμι το ιβάρι παγάζει το χαλάλι το γαϊρίδι
(Το απλήρωτο καπίστρι παίρνει μαζί του το πληρωμένο γαϊδούρι˙Για ένα πολύ μικρό χρέος μπορεί κάποιος να χάσει ολόκληρη περιουσία)
Φάρασ.
-Λουκ.Λουκ.