ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τσίχλα (επίρρ.) τ͑σ̑ίχλα [ˈtʰʃixla] Φάρασ. τ͑σ̑ίλα [ˈtʰʃila] Φάρασ. Από το τουρκ. διαλεκτ. επίθ. çıkla, çıhla= α) σκέτος, μόνος β) επίρρ., πάντα γ) πλήρως (THADS 3, λ. çıhla, çıkla I).
Μόνο ό.π.τ. : Τσ̑ίχλα άσπρο (Μόνο άσπρο) Φάρασ. -Αναστασ.Τ Συνών. γιάλινιζ, μοναχά, μόνο