μάσαλλαχ
(επιφ.)
μάσ̑αλλαχ
[ˈmaʃalax]
Ανακ., Μισθ., Σινασσ.
μασ̑αλλάχ
[ˈmaʃaˈlax]
Τροχ., Φάρασ., Φερτάκ.
μασ̑-σ̑αλλάχ
[maʃʃaˈlax]
Φάρασ.
μασ̑-σ̑αλλἀ
[maʃʃaˈla]
Φάρασ.
μασ̑αλλά
[maʃaˈla]
Φάρασ.
μάσ̑αλα
[ʹmaʃala]
Σεμέντρ.
Από το τουρκ. επιφών. maşallah = α) τι όμορφο β) φτου μη βασκαθείς (< αραβ. φρ. mā shāʾa -llāhᵘ = ήταν θέλημα Θεού). Ο τύπ. μασ̑αλλάχ (με την σημ. 2) νεότ. (Mackridge 2021: 37).
1. Επιφώνημα αποτρεπτικό βασκανίας, φτου μη βασκαθείς
ό.π.τ.
:
Μάσ̑αλλαχ, φτου φτου
(Μη βασκαθείς, φτου φτου)
Ανακ.
-Κωστ.Α.
Μασ̑αλλάχ φτου να μη μασχαθεί
(Φτου φτου να μη βασκαθεί)
Φερτάκ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
«Μασ̑αλλάχ φτου» λεν, να μη λάχ’ τα μάτ’
(«Φτου, φτου», λένε, να μην τα πιάσει το μάτι)
Τροχ.
-Νίγδελ.Τροχ.
Μάσσαλα, φτου να μην αμασκιαχείτι!
(Φτου να μη βασκαθείτε!)
Σεμέντρ.
-Στεφαν.