ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

διαβολτσίνα (ουσ. θηλ.) ντιαβολτσ̑ίνα [dʝavolˈtʃina] Αξ. Από τα ουσ. διάβολος, όπου και τύπ. ντιάβολος, και τσίνα = χελιδόνι, βλ. ΙΛΝΕ, λ. διαβολοτσίνα.
Πβ. τσίνα
Χελιδόνι, πιθ. εξαιτίας του μαύρου χρώματός του συνδέθηκε με τον διάβολο Συνών. τσίνα :2