ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ξουρίσια (ουσ. ουδ.,πληθ.) ξουρίσια [ksuˈrisça] Ανακ. Από το ρ. ξουρίζω με ουσιαστικοπ. του απαρεμφ. αορ., αναλογ. προς το ουσ. βαφτίσια.
Το ξύρισμα του γαμπρού πριν το γάμο : Ορίστε σα ξουρίσια (Ελάτε στο ξύρισμα του γαμπρού· το διαλαλούσε ο κουμπάρος) Ανακ. -Κωστ.Α.