ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

έρχομαι ( ρ. ) έρχομαι [ˈerxome] Ανακ., Αραβαν., Ποτάμ., Σίλ., Τελμ., Φάρασ. έρχουμαι [ˈerxume] Αξ., Αραβαν., Αφσάρ., Γούρδ., Ποτάμ., Τελμ., Φάρασ., Φερτάκ., Φλογ. έρχουμι [ˈerxumi] Μαλακ., Μισθ., Σίλ., Τσουχούρ. έρχουμου [ˈerxumu] Σίλ. έρομαι [ˈerοme] Ουλαγ. έρουμαι [ˈerume] Ανακ., Αξ., Ουλαγ., Ποτάμ., Σίλατ., Φλογ. νέρχουμι [ˈnerxumi] Φάρασ. έρουμι [ˈerumi] Μαλακ., Μισθ., Τσαρικ. αέρουμι [aˈerumi] Σεμέντρ. Παρατατ. ερχόμουν [erˈxomun] Αραβαν., Γούρδ., Τελμ. ερχούμουνα [erˈxumuna] Φάρασ. 'ρχούμουνα [ˈrxumuna] Φάρασ. ερχούμουνε [erˈxumune] Αφσάρ., Τσουχούρ., Φάρασ. ερχότομαι [erˈxotome] Φερτάκ. ερχούτομαι [erˈxutome] Ποτάμ. ερχούταμαι [erˈxutame] Ανακ., Σίλατ. ερούταμαι [eˈrutame] Σίλατ. έρουτομαι [ˈerutome] Ουλαγ. ερούτονμαι [eˈrutonme] Αξ. ερούτομαι [eˈrutome] Φλογ. ερούdονμαι [eˈrudonme] Αξ. ερόdομι [eˈrodomi] Μισθ. ερόδουμι [eˈroðumi] Μισθ. ερσ̑ινόντζ̑ισκα [erʃiˈnondʒiska] Σίλ. ερσ̑ινόσκα [erʃiˈnoska] Σίλ. αέρουτουνμι [aˈerutunmi] Σεμέντρ. αέρινισ̑κα [aˈeriniʃka] Σεμέντρ. Αόρ. ήρτα [ˈirta] Αφσάρ., Καππ., Σίλ., Τσουχούρ., Φάρασ. ήρθα [ˈirθa] Μισθ., Φερτάκ. έρθα [ˈerθa] Σινασσ. ήλτα [ˈilta] Αξ. Υποτ. έρθω [ˈerθo] Φερτάκ. έρτω [ˈerto] Ανακ., Αξ., Αφσάρ., Γούρδ., Τσουχούρ., Φάρασ., Φερτάκ. έρτου [ˈerto] Μισθ. νάρτω [ˈnarto] Αξ., Αφσάρ., Τσουχούρ., Φάρασ. νάρτου [ˈnartu] Σίλ., Φάρασ. Προστ., Εν. έλα [ˈela] Καππ. έλ’ [el] Αξ. γέλα [ˈʝela] Σίλ. γέλ’ [ʝel] Αφσάρ. έα [ˈea] Αφσάρ., Τσουχούρ., Φάρασ. γιάdε [ˈʝade] Αφσάρ., Τσουχούρ., Φάρασ. εδώ [eˈðo] Φάρασ. Πληθ., Προστ. ελάτε [eˈlate] Καππ. ελάτ' [eˈlat] Καππ. γελάτε [ʝeˈlate] Σίλ. γελάτι [ʝeˈlati] Σίλ. έλατε [ˈelate] Ποτάμ. γιάτε [ˈʝaτe] Φάρασ. γιάdε [ˈʝade] Αφσάρ., Τσουχούρ., Φάρασ. γιάdεστε [ˈʝadeste] Αφσάρ., Τσουχούρ., Φάρασ. εδώτι [eˈðoti] Φάρασ. ...
εσάσι (ουσ. ουδ.) εσάσι [eˈsasi] Σίλ. εσάχι [eˈsaçi] Φάρασ. Από το τουρκ. ουσ. esas = α) βάση, θεμέλιο β) αληθής κατάσταση γ) ουσία, μεμπτουσία, βασική ουσία.
Αλήθεια ό.π.τ. : Τούτουσε τζιπ ρε λαεί εσάσι (Aυτός δεν λέει καθόλου αλήθεια) Σίλ. -ΚΜΣ-ΛΚ6 Εσάχι τσ̑ό 'ν' (Δεν είναι αλήθεια) Φάρασ. -Παπαστ.-Καρακ. Συνών. αλήθεια, αληθιώτικος, ορθάδα, ορθός, ορθούτσικος