ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

γεμώνω ( ρ. ) γεμών-νου [ʝeˈmonnu] Σίλ. 'εμώνω [eˈmono] Τελμ., Φάρασ. γιμώνω [ʝiˈmono] Ουλαγ., Τροχ. γιομώνω [ʝoˈmono] Αξ., Γούρδ., Μαλακ., Ποτάμ., Σίλατ., Σινασσ., Φερτάκ., Φλογ. γιομώνου [ʝoˈmonu] Μισθ., Σίλ. γιουμώνου [ʝuˈmonu] Σίλ. γομώνω [ɣoˈmono] Αραβαν. Παρατατ. γιόμωνα [ˈʝomona] Αξ., Τροχ. γιόμουνα [ˈʝomuna] Μισθ. γεμώνισκα [ʝeˈmoniska] Αραβ. Αόρ. εγέμωσα [eˈʝemosa] Τελμ. 'έμωσα [ˈemosa] Φάρασ. γέμουσα [ˈʝemusa] Τσουχούρ. γιόμισα [ˈʝomisa] Σινασσ., Τσαρικ. γιόμωσα [ˈʝomosa] Σίλατ., Φερτάκ. γιούμουσα [ˈʝumusa] Σίλ. Παθ. 'εμούμαι [eˈmume] Φάρασ. γομούμαι [ɣoˈmume] Αραβαν. γιομούμαι [ʝoˈmume] Αξ., Φλογ. Παθ. γιουμώνουμου [ʝuˈmonumu] Σίλ. Αόρ. 'εμώθα [eˈmoθa] Φάρασ. γιομώθα [ʝoˈmoθa] Μαλακ., Ποτάμ. γιομώχα [ʝoˈmoxa] Αξ., Μισθ. γομώρα [ɣoˈmora] Αραβαν. γιομώσ'κα [ʝοˈmoska] Σίλ. γιουμώσ'κα [ʝuˈmoska] Σίλ. Προστ., Εν. γίμω [ˈʝimo] Ουλαγ. γιόμω [ˈʝomo] Ποτάμ. γιόμου [ˈʝomu] Μισθ. Μτχ. γεμωσμένους [ʝemoˈzmenus] Τσουχούρ., Φάρασ. γιομωμένο [ʝomoˈmeno] Γούρδ., Σινασσ., Τσαρικ. γιομουμένου [ʝomuˈmenu] Μαλακ., Μισθ. γιμωμένο [ʝimoˈmeno] Ουλαγ. γιομούμενο [ʝoˈmumeno] Σίλατ. ...
Γενάρης (ουσ. αρσ.) Γιονάρης [ʝoˈnaris] Σίλ. Γιανάρης [ʝaˈnaris] Μισθ., Σίλ. Γιανάριος [ʝaˈnarios] Μισθ. Από το μεσν. ουσ. Γεννάριος < μεταγν. Ἰανουάριος. H χείλωση [ʝe] > [jo] στον τύπ. Γιονάρης ομαλή, πβ. γεμώνω > γιομώνω, γεμάτος > γιομάτος. Ο τύπ. Γιανάρης με αφομ. Ο τύπ. Γιανάριος από επίδρ. της ν.ε. Κοινής.
Ο μήνας Ιανουάριος ό.π.τ. : Αρχινά Γιανάρης (Αρχίζει Ιανουάριος) Μισθ. -ΑΠΥ-ΕΝΔ Γιανάρης ποίκι μας πολλά κιρυά (Ο Γενάρης μας έκανε πολλά κρύα) Σίλ. -ΚΜΣ-ΛΚ6 Ντου Γιανάριο ντ’ ονόμαζαν Καλαντάρ' (Τον Ιανουάριο τον ονόμαζαν Καλαντάρη) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Συνών. Καλαντάρης