όκι
(ουσ. ουδ.)
όκι
[ˈoci]
Σίλ.
όκ'
[ok]
Ανακ., Αξ., Αραβαν., Τροχ.
όχ̇ι
[ˈoxi]
Φάρασ.
Πληθ.
όχγια
[ˈoxʝa]
Αξ.
Από το τουρκ. ουσ. ok, όπου και διαλεκτ. τύπ. oh = α) βέλος β) άξονας αμαξιού γ) εγκάρσιο δοκάρι.
1. Τόξο
Σίλ.
:
Ποίκασι τρία όκια, σύρνουν τα
(Έφτιαξαν τρία τόξα, τα τραβούν)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ5
Συνών.
γιάι, ζίκα :1
2. Βέλος
Φάρασ.
3. Σταβάρι, κοντάρι αλετριού
Ανακ., Αξ., Αραβαν., Φάρασ.
4. Στον πληθ., δοκοί που προεξέχουν από τον αραμπά εμπρός, και στους οποίους προσδένεται το υποζύγιο
Τροχ.