εξάνεψο
(ουσ. ουδ.)
'ξάνεψ'
[ˈksaneps]
Μαλακ.
Πληθ.
εξάνεψ̑α
[eˈksanepʃa]
Φλογ.
Από το μεταγν. ουσ. ἐξανέψιοι = δεύτερα ξαδέλφια.
Στον πληθ., δεύτερα ξαδέλφια