ασκελήμι
(ουσ. ουδ.)
ασκελήμι
[asceˈlimi]
Μισθ.
ασκέλημα
[aˈscelima]
Μισθ.
Πληθ.
ασκελήμις
[asceˈlimis]
Μισθ.
Από το ουσ. ασκέλισμα, όπου και τύπ. ασκέλημα, αναλογ. βάσει του πληθ. ασκελήματα· πβ. κάψιμο-καψίματα > καψίμι, πβ. ΙΛΝΕ ἀπογδυσίμι, βλαψίμι. Oι τύπ. ασκέλημα, ασκελήμις ως θηλ. πιθ. αναλογ. κατά το ασκελημιά.