γιαλάκι
(ουσ. ουδ.)
γιαλάκ'
[ʝaˈlaxi]
Μισθ., Ουλαγ.
γιαλάτσ̑'
[ʝaˈlatʃ]
Μισθ.
γιαλάχ̇ι
[ʝaˈlaxi]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. yalak = α) ποτίστρα β) γούρνα, όπου και διαλεκτ. τύπ. yalah.
1. Ποτίστρα ζώου
Μισθ., Φάρασ.
:
|| Φρ.
Γιαλάχ̇ι τζ̑ό ’σ̑εις, το στσ̑υλί πα ν’dα ποίκ’;
(Ποτίστρα δεν έχεις, το σκυλί τι να το κάνεις;˙όταν κάποιος αρχίζει μιά δουλειά χωρίς να έχει τα απαραίτητα εφόδια)
Φάρασ.
-Λουκ.Λουκ.
Συνών.
λακκί, μουσλούκι, χαβούζι, χάφτ :2