ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

βαθράκι (ουσ. ουδ.) βαθράκ' [vaˈθrak] Σίλατ., Φλογ. βαρντάχ' [varˈdax] Μισθ., Τελμ. φαρτάκι [farˈtaci] Τελμ. Από το μεταγν. ουσ. βατράχιον, υποκορ. του αρχ. βάτραχος.
Mικρός βάτραχος ό.π.τ. Πβ. βάθρακας