γικίχ
(ουσ.)
γι̂κι̂́χ
[ʝɯˈkɯx]
Αραβαν.
γικι̂́χ
[ʝiˈkɯx]
Φερτάκ.
Από το τουρκ. επίθ. yıkık = γκρεμισμένος, ερειπωμένος, όπου και διαλεκτ. τύπ. yıhıh.