γκετσιρντώ
(ρ.)
γκετσιρντού
[ɟetsirˈdu]
Ουλαγ.
γκετσιρού
[ɟetsiˈru]
Ουλαγ.
γκιατσιρντώ
[ɟatsirˈdo]
Μισθ.
Παρατατ.
γκετσίρντιζα
[ɟeˈtsirdiza]
Μισθ.
γκετσ̑ίρντεινισ̑γκα
[ɟeˈtʃirdiniʃga]
Ουλαγ.
Υποτ.
γκετσιρντίσου
[ɟetsirˈdisu]
Μισθ.
Προστ., Εν.
γκιατσίρντα
[ɟaˈtsirda]
Μισθ.
Από το τουρκ. ρ. geçirmek = α) περνώ κάτι μέσα από κάτι άλλο β) μεταδίδω γ) υφίσταμαι δ) καταγράφω ε) ξεπροβοδίζω.
1. Κάνω κάτι να περάσει μέσα από κάτι άλλο
ό.π.τ.
:
Με το μουχαbέτ' γκετσ̑ίρντεινισ̑γκαν το öμϋρΰ τ'
(Με την ευτυχία περνούσαν την ζωή τους)
Ουλαγ.
-Dawk.
Γκιατσίρντα λίου ντου κλωστή σου βολάν' απέσ’
(Πέρνα λίγο την κλωστή μέσα στην βελόνα)
Μισθ.
-Κοτσαν.