ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τζίτα (ουσ.) τζίτα [ˈdzita] Φάρασ. τσίτα [ˈtsita] Σινασσ. Από το τουρκ. ουσ. çıta (< μογγολ. cida 'δόρυ’) = πηχάκι, λεπτή σανίδα, όπου και τουρκ. διαλεκτ. τύπ. cıda και cida = α) πηχάκι β) δόρυ, ξιφολόγχη (THADS, λ. cıda I, cida I).
1. Ξύλινη βέργα που χρησιμοποιείται στο παιχνίδι τσιλίκι Φάρασ.
2. Bέλος Σινασσ.