ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ντελικανοσύνη (ουσ.) νταλιγαν-νουψύμ' [daliɣannuˈpsim] Τσαρικ. Από το ουσ. ντελικανής, όπου και τύπ. πληθ. νταλιγανούια, και το παραγωγ. επίθμ. -σύνη.
Παλληκαριά, νεανικότητα Συνών. γκεντσιλίκι, παλληκαρία, παλληκαριότη