ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

γγάστρωμα (ουσ. ουδ.) γγάστρωμα [ˈgastroma] Γούρδ. Από το νεότ. ουσ. ἐγγάστρωμα με αποβολή του αρκτ. άτονου φων.
Η πράξη ή/και το αποτέλεσμα του γγαστρώνω Συνών. κακοψύχημα