δούλος
(ουσ. αρσ.)
δούλος
[ˈðulos]
Ανακ.
δούλους
[ˈðulus]
Φάρασ.
Θηλ.
δούλα
[ˈðula]
Σινασσ.
ντούλα
[ˈdula]
Σίλ.
Αρχ. ουσ. δοῦλος. Ο τύπ. θηλ. δούλα μεσν., από το αρχ. ουσ. δούλη.
1. Δούλος
ό.π.τ.
:
|| Παροιμ.
Δούλος και νύφ’ ψυσ̑ή δεν έχουν
(Ο δούλος και η νύφη δεν έχουν ψυχή˙λεγόταν γιατί η γυναίκα δεν είχε δικαίωμα επιλογής συζύγου)
Ανακ.
-Κωστ.Α.
Συνών.
γούλι, κολές, μισιάρι
2. Κυρίως στο θηλ., υπηρέτης
ό.π.τ.
:
Eίδιες και την κόρη μ' την Πατσούκα που την έχουν 'ς του Μαϊμούνογλου δούλα;
(Είδες και την κόρη μου την Πατσούκα που την έχουν υπηρέτρια στο σπίτι του Μαϊμούνογλου;)
Σινασσ.
-Τακαδόπ.
Συνών.
κιζίρης, πεντσίκισσα, χαλαγίκι, χιζμετκιάρης