ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

έβγαλμα (ουσ. ουδ.) έβγαλμα [ˈevɣalma] Σινασσ. Μεσν. ουσ. ἔβγαλμα, το οπ. από το μεσν. ρ. (έ)βγάλλω και το παραγωγ. επίθμ. -μα. Η σημ. 2 νεότ.
1. Έξοδος Συνών. βγαίνημα, βγαίντσιμο, βγάλμα
2. Εξάνθημα, μεγάλο σπυρί Συνών. βουζούνα, βούζουνος, βύζουνας