ζεσταίνω
(ρ.)
Υποτ.
ζεστάνω
[zeˈstano]
Ποτάμ., Σεμέντρ.
ζιστάνου
[ziˈstanu]
Σίλ.
Παρατατ.
ζέσταινα
[ˈzestena]
Ανακ.
Παρατατ., Παθ.
ζεσταινούμουν
[zesteˈnumun]
Φάρασ.
Μεσν. ρ. ζεσταίνω, το οπ. από το επίθ. ζεστός και το παραγωγ. επίθμ. -αίνω.
1. Θερμαίνω κάτι
ό.π.τ.
:
Μαζεύομαστανε γύρω απ' το τανdούρ' α ζεστάνουμ' τα πράγια μας
(Μαζευόμασταν γύρω από το ταντούρι να ζεστάνουμε τα ποδάρια μας)
Σεμέντρ.
-Στεφαν.
Σε ζιστάνου νιαρό
(Θα ζεστάνω νερό)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ6
Συνών.
ζένω