ανταντίζω
(ρ.)
αdαdι̂́ζω
[adaˈdɯzo]
Αξ., Αραβαν.
ατατίζω
[ataˈtizo]
Φάρασ.
αdαΐζου
[adaˈizu]
Σίλ.
αλατι̂́ζω
[alaˈtɯzo]
Σινασσ.
ατατώ
[ataˈto]
Φλογ.
Αόρ.
αdάτ'σα
[aˈdatsa]
Αραβαν.
Από τουρκ. ρ. adamak (αόρ. adadı) = αφιερώνω, και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω.
1. Αφιερώνω
ό.π.τ.
:
Σε τα αdαΐσου τσην 'κκλησ̑ά
(Θα τα αφιερώσω στην εκκλησία)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ6