ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

αστραπή (ουσ. θηλ.) αστραπή [astraˈpi] Ανακ., Φκόσ. Αρχ. ουσ. ἀστραπή.
Αστραπή : Ξείλτσεν αστραπή (Έπεσε αστραπή) Φκόσ. -ΚΜΣ-ΚΠ371 Αστραπή κατεβαίν’ 'ς τα ουλούδια δεντρά, σο απίδ’ πολύ (Ο κεραυνός πέφτει στα μεγάλα δέντρα, πιο πολύ στην αχλαδιά) Ανακ. -Κωστ.Α. Συνών. γιλντιρίμι, σάφκι, τσακμάκι