ιζά
(ουσ. θηλ.)
ιζά
[iˈza]
Μισθ.
ιζ̑ά
[iˈʒa]
Μισθ., Ουλαγ., Τσαρικ.
ίζα
[ˈiza]
Αξ.
'τζ̑ά
[dʒa]
Σινασσ., Φερτάκ.
'ζ̑ά
[ʒa]
Αξ., Μαλακ.
'τσά
[tsa]
Σινασσ.
οτσά
[oˈtsa]
Σινασσ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. eze = θεία, όπου και διαλεκτ. τύπ. ice.
1. Θεία, αδελφή γονέως
ό.π.τ.
:
Για να ρωτήσουμ' ντου ιζ̑ά μ'
(Για να ρωτήσουμε την θεία μου)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ
Ντου κονιάδα, ντου μέγα του σ̑υννυφάδα, λέιξαν ντα ιζ̑ά
(Την κουνιάδα, την μεγάλη συννυφάδα, την έλεγαν θεία)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ
Συνών.
άμια, ζάζα, θείος, τέτε
2. Ευγενική προσφώνηση προς μεγαλύτερη γυναίκα
ό.π.τ.
:
Δέσποινα 'τζ̑ά!
(Θειά Δέσποινα!)
Φερτάκ.
-Κρινόπ.
Συνών.
θείος