αμμουδιάρης
(επίθ.)
αμμουδιάρ'
[amuˈdʝar]
Μαλακ.
αμμουζιάρ'
[amuˈzʝar]
Μισθ.
αμμουδιαρός
[amuðʝaˈros]
Φλογ.
αμμουδιανός
[amuðʝaˈnos]
Σινασσ.
Από το ουσ. αμμουδιά και το παραγωγ. επίθμ. -ιάρης.
1. Αμμώδης
ό.π.τ.
:
Ντου χώμα τσ̑είδι πολύ αμμουζιάρ'
(Το χώμα είναι πολύ αμμώδες)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Συνών.
γουμσάρι, κούμι :2
2. Ως ουσ., συνθηματ., Τούρκος προσκυνητής στην Μέκκα (λόγω της μεσολαβούσης αραβικής ερήμου)
Φλογ.