κόρεμπε
(ουσ. ουδ.)
κόρεbε
[ˈkorebe]
Μαλακ.
κόρεπε
[ˈkorepe]
Φλογ.
Από το τουρκ ουσ. körebe = τυφλόμυγα (< kör ebe = τυφλή μαμμή)