ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κόφτω ( ρ. ) κόφτω [ˈkofto] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Γούρδ., Μαλακ., Ουλαγ., Τελμ., Τζαλ., Φάρασ., Φερτάκ., Φλογ. κόφτου [ˈkoftu] Μισθ., Σίλ. Παρατατ. κόβισκα [ˈkoviska] Τσαρικ. κόβιξα [ˈkoviksa] Μισθ. κόφτισ̑κα [ˈkoftiʃka] Δίλ., Μισθ., Ουλαγ. κόφτισ̑γκα [ˈkoftiʃga] Ουλαγ. κόφτεινα [ˈkoftina] Φερτάκ. κοφτίνκα [koˈftiŋka] Τσουχούρ., Φάρασ. κoφτσ̑ουνόσκα [koftʃuˈnoska] Σίλ. Αόρ. έκοψα [ˈekopsa] κ.α., Σίλ., Φάρασ. έκουψα [ˈekupsa] Μισθ., Σίλ. κόψα [ˈkopsa] Φερτάκ., Φλογ. Υποτ. κόψω [ˈkopso] Αξ., Αραβαν., Αφσάρ., Γούρδ., Ποτάμ., Τροχ., Φάρασ., Φερτάκ., Φλογ. κόψου [ˈkopsu] Μισθ., Σίλ. Προστ., Εν. κόψε [ˈkopse] Αξ. κόψι [ˈkopsi] Μισθ. κόψ' [kops] Μισθ. κόφ' [kof] Τσουχούρ. κόπ' [kop] Φάρασ. Πληθ. κόψετ' [ˈkopset] Μισθ. Παθ. κοβούταμαι [koˈvutame] Ανακ. Αόρ. εκόπα [eˈkopa] Τελμ. κόπα [ˈkopa] Ανακ., Μισθ., Ουλαγ., Σινασσ., Τελμ., Φάρασ. κόφτσ̑ηκα [ˈkoftʃika] Σίλ. Υποτ. κοπώ [koˈpo] Μισθ., Τελμ., Φάρασ., Φλογ. Μτχ. κομμένος [koˈmenos] Φάρασ. κομμένου [koˈmenu] Μισθ. κοπ'μένο [kopˈmeno] Φάρασ., Φκόσ. κοψ̑ημένου [kopʃiˈmenu] Σίλ. ...
κόχλος (ουσ. αρσ.) κόχλος [ˈkoxlos] Σινασσ. Από το αρχ. ουσ. κόχλος = είδος οστρακοειδούς με σπειροειδές κέλυφος. Ο Αρχέλαος (1899: 247) σημειώνει «παρά ταῖς γραῖαις, ἤδη σαλιάγκος».
1. Σαλιγκάρι. Συνών. σαλιαγκός, φούσκαρας
2. Βίδα. Συνών. βιτάς :1