καντούνι
(ουσ. ουδ.)
καdούνι
[kaˈduni]
Σινασσ.
κατούνι
[kaˈtuni]
Σινασσ.
Νεότ. ουσ. καντούνι, το οπ. από το μεσν. ουσ. καντόνι (< βεν. ουσ. canton = γωνία).
1. Κατώφλι, όριο του σπιτιού
:
Το καdούνι του σπιτιού μου να μη πατήσ'
(Το κατώφλι του σπιτιού μου να μην πατήσει)
Σινασσ.
-Αρχέλ.
Συνών.
γη, εσίκι, κατώφλι
2. Γείσο, άκρη της ταράτσας
Συνών.
ακρόδωμα