καρτσουλιέκος
(ουσ. αρσ.)
καρτσ̑ουλι-έκ'
[kartʃuliˈek]
Φάρασ.
Πληθ.
καρτσ̑ουλι-έγκοι
[kartʃuliˈeɟi]
Φάρασ.
Από το αρμεν. ουσ. karšelik' = εξάμβλωμα, τέρας, είδωλο.
1. Ορεσίβιος ανθρωποφάγος δράκος
:
Ήρταν οι μαλλιέροι, οι ασλάνοι, οι καρτσ̑ουλιέgοι· κάτζανε 'ς σπήλο 'μbέσου
(Ήρθαν τα μαλλιαρά τέρατα, τα λιοντάρια και οι ανθρωποφάγοι δράκοι· κάθισαν μέσα στην σπηλιά)
Φάρασ.
-Dawk.
Συνών.
δράκος, θεριό, Πβ.
μαλλιάρης, ντέβι
2. Σαρκοφάγο θηρίο (π.χ. ύαινα, λιοντάρι, τίγρη, πάνθηρας)
:
|| Παροιμ.
Να τρως ανdί λύκος· σαμού πιαίν' τ' όργο πάλ’, ανdί καρτσ̑ουλι-έκ' ν’dα πιαις
(Να τρως σαν λύκος· όταν όμως πιάνεις δουλειά, σαν πάνθηρας να την πιάνεις˙Θα πρέπει να προσπαθείς σκληρά για να κάνεις καλά την δουλειά σου και να μπορείς να βγάζει το ψωμί σοτ)
Φάρασ.
-Λουκ.Λουκ.
Συνών.
θεριό