χατζάτι
(ουσ. ουδ.)
χατζ̑άτ'
[xadʒat]
Αξ., Αραβαν., Μισθ., Σινασσ.
χατσ̑άτι
[xaˈtʃati]
Σινασσ., Φάρασ.
χατσ̑α̈́τι
[xaˈtʃæti]
Αφσάρ.
Από το τουρκ. ουσ. hacet (< αραβ. ḥāca(t)) = α) ανάγκη β) εργαλείο, όπου και διαλεκτ. τύπ. hacat.
1. Σύνεργο, εργαλείο, βοηθητικό αντικείμενο
Αφσάρ., Μισθ., Φάρασ.
:
Ατά του χατζ̑άτ' βούτα δου
(Εκείνο το πράμα άρπαξέ το)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Ντώσ' μι λίου εκεινά του χατζ̑ἀτ
(Δώσ' μου λίγο εκείνο το εργαλείο)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Συνών.
αλέτι, καγίτι
β.
Κουζινικό σκεύος
Μισθ.
2. Ανάγκη
Αξ., Αραβαν., Αφσάρ., Σινασσ., Φάρασ.
:
Ήρτεν σε για ένα χατζ̑άτ, κάτι ζητάει
(Ήρθε για κάτι που χρειάζεται, κάτι ζητάει)
Σινασσ.
-Λεύκωμα
|| Παροιμ.
Τ’ αλτινιώνας τ͑ύρα ’ς ξ̑υλιώνας τ͑ύρα πέφτ’ στο χατζ̑άτ'
(Η μαλαματένια πόρτα πέφτει στην ανάγκη της ξύλινης πόρτας˙και οι ανώτεροι έχουν ανάγκη τους κατώτερους)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Το κιöτοΰ γονσ̑ού φερίσ̑κει σε σο χατζ̑άτ
(Ο κακός γείτονας θα σε φέρει σε ανάγκη˙ο κακός γείτονας σου προκαλεί δυσκολίες)
Αραβαν.
-Φωστ.-Κεσ.
Συνών.
αγρί, μουχτάτσι