ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κοκονοκράξι (ουσ. ουδ.) κοκονοκράξ̑ι [kokonoˈkrakʃi] Φλογ. κοκονακράξ' [kokonaˈkraks] Μαλακ. Από το ουσ. κοκονός και το θ. κραξ- του ρ. κράζω.
Αυγή, η ώρα που λαλεί ο πετεινός ό.π.τ.