κνιπός
(επίθ.)
κνιπός
[kniˈpos]
Αφσάρ., Τσουχούρ., Φάρασ.
Από το μεταγν. επίθ. κνιπός = φιλάργυρος, τσιγκούνης, πβ. Ηρωδιαν. Ἐπ. 68.2 «κνιπὸς, ὁ φειδωλός». Η σημ. ‘ακριβός’ μεσν. Η λ. και Απουλ. Πόντ.