λαπούτι
(ουσ. ουδ.)
λαπούτι
[laˈputi]
Φάρασ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. lapıt = α) κόπανος για το πλύσιμο β) λιχνιστήρι (THADS, λ. lapıt).
1. Σπάτουλα