ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κυλομήλα (ουσ. θηλ.) κυραμήλα [ciraˈmila] Φάρασ. κυλαμήλα [cilaˈmila] Αραβαν., Μαλακ., Φλογ. κυλομήλα [ciloˈmila] Αραβαν., Γούρδ. Από το μεσν. ουσ. κεράμβηλον = α) σκιάχτρο β) είδος σκαθαριού, πβ. Ἡσύχ. Κ 2259 «κεράμβηλον· κήπου προβασκάνιον. καὶ θηρίδιόν τι, ὃ περὶ τὰς συκᾶς δεσμευόμενον ἀποδιώκει τῇ φωνῇ τοὺς κνῖπας. ἔνιοι τοὺς κανθάρους, ὡς κέρατα ἔχοντας. τὸν Κέραμβον» με μεταπλ. του γένους και παρετυμολογία προς το ρ. κυλώ και το ουσ. μήλο.
Σκαθάρι, σκαραβαίος ό.π.τ.
κυλώ ( ρ. ) κυλώ [ciˈlo] Ανακ., Γούρδ., Μαλακ., Σίλατ., Σινασσ., Τελμ., Φερτάκ. γκυλώ [ɟiˈlo] Αξ., Μισθ. τσ̑υλώ [tʃiˈlo] Φάρασ. τσ̑υλάω [tʃiˈlao] Φάρασ. τσ̑υώ [tʃiˈo] Φάρασ. τσ̑υ'άω [tʃiˈao] Φάρασ. κυλίζω [ciˈlizo] Γούρδ. γκυλίζω [ɟiˈlizo] Αξ. Παρατατ. τσ̑υ'άνκα [tʃiˈaŋka] Φάρασ. Αόρ. κύλ’σα [ˈcilsa] Μαλακ. τσ̑ύλησα [ˈtʃilisa] Φάρασ. τσ̑ύλ’σα [ˈtʃilsa] Φάρασ. τσ̑ύλτσα [ˈtʃiltsa] Φάρασ. Υποτ. γκυλήσω [ɟiˈliso] Τελμ. τσ̑υλήσω [tʃiliso] Φάρασ. Προστ. κύλα [ˈcila] Μισθ., Φερτάκ. γκύλα [ˈɟila] Αξ. Παθ. κυλιέμι [ciˈʎemi] Μαλακ. γκυλιέμι [ɟiˈʎemi] Μισθ. κυλιούμαι [ciˈʎume] Αραβαν., Γούρδ. τσ̑υλιέμαι [tʃiˈʎeme] Φάρασ. τσ̑υλίομαι [tʃiˈliome] Φάρασ. τσ̑υλούμαι [tʃiˈlume] Φάρασ. κυλίζουμαι [ciˈlizume] Αξ., Αραβαν., Φλογ. γκυλίζουμαι [ɟiˈlizume] Αξ. Παρατατ. γκυλιόδουμι [ɟiˈʎoðumi] Μισθ. τσ̑υλιέμουν [tʃiˈʎemun] Φάρασ. Αόρ. κυλίστα [ciˈlista] Μαλακ., Μισθ., Φλογ. τσ̑υλίστα [tʃiˈlitsa] Αφσάρ., Φάρασ. Υποτ. γκυλισ̑τώ [ɟiliˈʃto] Αξ. κυλισ̑κώ [ciliˈʃko] Τελμ. Προστ. τσ̑υλίστου [tʃiˈlistu] Φάρασ. ...